23.01.2012 - Updated 15.07.2017 - Μαίρη Χαρίσκου

Σκαλίζουμε ένα παλιό λαογραφικό βιβλίο του Στέφανου Γρανίτσα και μαθαίνουμε για την αλεπού μιας άλλης εποχής…

Η πονηρή αλεπού όταν περνάει από ύποπτα μέρη, μαζεύει κοντά – κοντά τα πόδια της και τα κάνει ένα. Ο λόγος είναι τούτος: Άμα βαδίζει και με τα τέσσερα είναι εκτεθειμένη σε τέσσερις κινδύνους. Κάνει λοιπόν, τα τέσσερά πόδια της ένα, άρα περιορίζει και τους κινδύνους της σε ένα.

Την πονηριά της όμως αυτή, την πληρώνει κάποτε πολύ ακριβά. Αν πέσει σε παγίδα, πέφτει και με τα τέσσερα. Από εδώ βγήκε και η παροιμία “Η πονηρή αλεπού πιάνεται και από τα τέσσερα”.

Η αλεπού μυρίζεται την παγίδα όσο κανένα απ΄τα αγρίμια. Χώμα νεοσκαμμένο, πατημένο από άνθρωπο, σκεπασμένο με κλαδιά, είναι ύποπτα σημάδια. Οι χωρικοί ξέρουν πολύ καλά τη φιλυποψία της, ώστε εξαιρετικά γι’ αυτήν μεταχειρίζονται πάντοντε παλιά παγίδα. Αν είναι καινούργια, την υποπτεύεται κι από τη μυρωδιά του σίδερου ακόμα.

Οι βοσκοί εκμεταλλεύονται τη μεγάλη πονηριά της με τούτον τον τρόπο: Στερεώνουν ένα κομματάκι πανί δίπλα στην καλύβα των αρνιών κι αυτό είναι αρκετό να την κάνει να νοιαστεί πως κάτι της μαγειρεύουν. Παρόμοια σχεδόν φοβίζουν οι γεωργοί την κίσσα. Δένουν μια κλωστή γύρω στα χωράφια. Το παμπόνηρο πουλί υποπτεύεται παγίδα και δε ξαναζυγώνει πια στο χωράφι.

Άμα θέλει να κλέψει κανένα αρνί παίρνει από πίσω τον τσομπάνη, τον ακολουθεί ως τη στάνη και τον παραμονεύει ώσπου να κοιμηθεί. Αν συναντήσει κοπάδι αρνιών στο δρόμο, ξεκόβει, ενώ κάνει πως δε μπορεί να το πιάσει. Το κυνηγάει από εδώ, το κυνηγάει από εκεί, ώσπου να του δώσει δρόμο προς το λόγγο. Κι εκεί το συγυρίζει με όλη της την ευκολία.

Ποτέ δε κάνει αδικαιολόγητη ζημιά. Κάθε κότα που πιάνει, τη μεταφέρει στη φωλιά της κι έπειτα γυρίζει να πνίξει άλλη. αν τύχει και την υποπτευθούν κι έχει καιρό φεύγει, αλλιώς γυρίζει τα μάτια της προς το βάθος του κοτετσιού. Γιατί ξέρει ότι η λάμψη των ματιών της, μπορεί να την προδώσει.

Αν οι κότες είναι σκαρφαλωμένες επάνω σε δένδρο, κάθεται από κάτω και τους ρίχνει ματιές. Οι χωρικοί λένε πως έχει μαγνήτη στα μάτια της.

Όταν κυνηγιέται από σκυλί, την ουρά της την έχει διπλωμένη. Αν το σκυλί τη ζυγώσει πολύ, την πετάει δεξιά ή αριστερά. Το σκυλί στρέφει ανάλογα, γιατί νομίζει ότι πήρε διεύθυνση προς τα εκεί. Μα η αλεπού έκαμε αντίθετη στροφή. Όσο να γυρίσει και να πάρει το σκυλί κανονική διεύθυνση, αυτή έχει κιόλας κερδίσει 10-15 βήματα. Κι έχει ο Θεός αργότερα!

Μερικοί την παρασταίνουν σαν άεργη και τεμπέλα. Σε κάποιο μάλιστα τραγούδι, όπου αραδιάζονται τα μεγάλα παράξενα του κόσμου, υπάρχει και τούτος ο στίχος:

…ποιός είδε

και το λαγό με ταμπουρά

την αλεπού με ρόκα…

Λένε ακόμη ότι ούτε τη φωλιά της δε φτιάχνει μόνη της. Όταν ο ασβός σκάψει τη δική του φωλιά, πηγαίνει η αλεπού και του την παίρνει με τούτον τον τρόπο: Πηγαίνει και λερώνει τη φωλιά του, επειδή ξέρει ότι ο ασβός είναι το καθαρότερο αγρίμι. Ο ασβός λοιπόν, παρατάει τη φωλιά του και την πιάνει αυτή, αφού προηγουμένως την τελειοποιήσει. Ανοίγει δηλαδή πολλές τρύπες, κάποτε εώς 20, ώστε να μην κινδυνεύει να αποκλειστεί. Κάθε έξοδος τελειώνει σε τουφωτά μέρη, ώστε να μη φαίνεται.

Ωστόσο κανείς δεν είπε ποτέ ότι της λείπει επιμέλεια και σοφία από την ανατροφή των παιδιών της. Είναι ο εισηγητής της υποδειγματικής διδασκαλίας. Πηγαίνει στη φωλιά της ποντίκια ζωντανά, κότες, λαγούς, ακρίδες και εξασκεί τα παιδιά της μήνες ολόκληρους πως παραμονεύουν το θήραμα, πως το σκοτώνουν, πως το μεταφέρουν.

Άμα τελειώσει η σχολική διδασκαλία, αρχίζει το επιτόπιο μάθημα με εκδρομές στα κοτέτσια, στις στάνες, στα περιβόλια, όπου δείχνει στ’ αλεπόπουλα πως να περνούν τα μονοπάτια, πως ν’ αποφεύγουν τα ύποπτα μέρη και πως να πιάνουν το λαγό, πως να παραμονεύουν τον αμπελουργό, πως να ξεγελούν τον τσομπάνη.

Ο μύθος που θα σας διηγηθώ παρακάτω, είναι πιστοποιητικό της παιδαγωγικής ευσυνειδησίας.

Μια αλεπού καθόταν κάποτε κι αναπαυόταν σ’ ένα βουνό.

– Τι κάνουμε εδώ μάνα; τη ρωτούσαν τα παιδιά της

– Ζεσταινόμαστε, παιδιά μου, τους είπε.

– Μα που είναι η φωτιά;

– Στ’ αποπέρα βουνό. Δεν τη βλέπετε;

Τότε ένα αλεπόπουλο πήδησε και φώναξε: Νερό μάνα, νερό μάνα, νερό μάνα, νερό και μ’ έκαψε μια σπίθα από τη φωτιά!

– Α μπράβο παιδί μου, εσύ ξεσκόλισες. Παίρνεις απολυτήριο. Άϊντε τώρα στη δουλειά σου, του είπε η αλεπού.

Το καλοκαίρι η αλεπού σχεδόν ξεμωραίνεται τελείως. Τόσο πολύ τα χάνει, ώστε μπαίνει κάποτε άφοβα στα χωριά.

Ευτυχώς γι’ αυτήν, το δέρμα της δεν έχε καμιά αξία, γιατί είναι πια μαδημένο.

Της ελληνικής αλεπούς το δέρμα δεν είναι από τα εκλεκτότερα. Ωστόσο έχει τόσο πλήθος αλεπούδες η Ελλάδα, ώστε μαζί με τη βίδρα και το κουνάβι, που σε μερικές επαρχίες είναι πολύ εκλεκτό, υπολογίζεται αρκετά στο παγκόσμιο γουνεμπόριο. Δε θα ήταν ευκαταφρόνητο εισόδημα αν γινόταν επιστημονική καλλιέργεια αυτού του πλούτου, με βελτίωση της ράτσας.

Οι χωρικοί δε λησμονούν εύκολα την καταστροφή, που κάνει στα κοτέτσια τους. Είτε χειμώνα, είτε καλοκαίρι την πιάσουν, την τιμωρούν πολύ σκληρά. τη γδέρνουν ζωντανή. Αυτή αντέχει στο μαρτύριο αυτό και μάλιστα ζει πολλές ώρες μετά το γδάρσιμο.

Ο ελληνικός λαός τη θέλει πολύ εύθυμη, ώστε έχει φτιάξει φαιδρούς μύθους ακόμη και πάνω στα βασανιστήρια της.

Κάποτε, λένε πως ρώτησαν μια αλεπού εκεί που την έγδερναν ζωντανή:

– Ε! πως τα περνάς;

– Κακά και ψυχρά. Αλλά δόξα να ‘χει ο Θεός, βασανίζομαι λιγότερο από το σώγαμπρο.

Μια φορά πάλι έπεσε στον Ασπροπόταμο. Άμα είδε τις όχθες του, που ήταν δεξιά και αριστερά απότομοι σα μαχαίρια, ώστε ήταν μάταιο να προσπαθήσει να βγει από το ποτάμι, στρογγυλοκάθησε στα νερά και είπε:

– Ξέρω πως στη θάλασσα θα τελειώσω, αλλά βαριέμαι τα κλωθογυρίσματα του ποταμού.

Στην Ακαρνανία βρήκαν τούτη τη μέθοδο για να την πιάνουν. Κόβουν ένα νεροκολόκυθο επάνω-επάνω, τόσο ώστε να μπορεί να περάσει μέσα το κεφάλι της. Στο βάθος του νεροκολόκυθου βάζουν λίπος χοιρινό. Η αλεπού το μυρίζεται και βυθίζει τη μούρη της μέσα κι άμα φτάσει στον πάτο, τ’ αυτία της, που στριμώχθηκαν, για να περάσει μέσα το κεφάλι της, ανοίγουν και μένει με το νεροκολόκυθο στο πρόσωπο, σα να φορά προσωπίδα…

[Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου – Στέφανου Γρανίτσα]